Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2008

Ο καφενές.

Ω!! Θεέ μου ! Τι εφιάλτης ήταν αυτός;
Πετάχτηκε έντρομος από το κρεβάτι του και έτρεξε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του. Μπήκε στο μπάνιο ρύθμισε το νερό προς το χλιαρό στην ντουζιέρα του έβγαλε τα εσώρουχα του και αφέθηκε στο άγγιγμα του νερού. Ένιωσε το νερό να χτυπά στο κορμί του με ορμή. Βούτηξε το κεφάλι του κάτω από το νερό και έμεινε ακίνητος να κυλάει πάνω του.
Το πρωινό μπάνιο ήταν μια συνήθεια που του έμεινε από τα χρόνια του στρατού. Η μόνη ώρα που θα μπορούσε να βρει άδειο το μπάνιο ήταν νωρίς το πρωί. Αναγκαζόταν βέβαια να σηκώνεται από τα άγρια χαράματα αλλά το προτιμούσε από το να περιμένει με τις ώρες στην ουρά για ένα μπάνιο.
Το άρωμα από το αφρόλουτρο που μοσχομύριζε είχε αλλάξει εντελώς την διάθεση του. Ο εφιάλτης που έγινε αιτία να ξυπνήσει πρόωρα είχε απομακρυνθεί από την σκέψη του. Αλήθεια τι αλλόκοτη αίσθηση είναι αυτή να φαντάζεσαι γεγονότα που για κάποια δευτερόλεπτα έχεις την αίσθηση ότι συμβαίνουν γύρω σου και στο επόμενο λεπτό με το που ανοίγεις τα μάτια σου στον πραγματικό κόσμο αντικρίζεις την πραγματικότητα και καταλαβαίνεις ότι τίποτα από όσα ένιωσες δεν ήταν αληθινά. Όλα βρίσκονταν στην σφαίρα του φανταστικού, της επιθυμίας της απάτης.
Άρχισε να νιώθει το γυμνό κορμί του να κρυώνει και πήγε στο συρτάρι με τα εσώρουχα του. Φόρεσε το αγαπημένο του μαύρο βαμβακερό μποξεράκι του και από την διπλανή ντουλάπα έβγαλε ένα καλοδιπλωμένο μαύρο τζήν και ένα λευκό βαμβακερό μπλουζάκι. Παρά το εφιαλτικό ξύπνημα είχε την διάθεση να φορέσει όμορφα ρούχα και να νιώσει όμορφα και ευχάριστος με την εμφάνιση του. Βέβαια είχε αμελήσει το ξύρισμα αλλά και έτσι πίστευε ότι δεν ήταν άσχημος. Άλλωστε τα γένια των 3-4 ημερών είχε αρχίσει να γίνεται μόδα.
Έβαλε τα αθλητικά παπούτσια του και μπήκε στο αυτοκίνητο του παίρνοντας τον δρόμο για την δουλειά του. Ήταν αναγκασμένος να κάνει μερικά παραπάνω χιλιόμετρα σήμερα. Θα πήγαινε στην διπλανή πόλη για μια νέα δουλειά. Είχε προγραμματίσει να κάνει και μια στάση σε ένα καφενεδάκι δίπλα στον παλιό σταθμό με θέα την θάλασσα. Το παρατήρησε προχθές που επέστρεφε από την δουλειά και το μάτι του έπεσε στον μεγάλο πλάτανο που στην ρίζα του είχε δύο τρία τραπεζάκια καφενείου με λίγες ψάθινες καρέκλες. Τότε πρόσεξε την πινακίδα του. «Το Καφενείο του Blackred.rose» Τι παράξενο όνομα ήταν αυτό. Φάνταζε αλλόκοτο με το ελληνοπρεπές τοπίο.