
Επιτέλους ξημέρωσε. Ένας ήλιος πρόβαλε και σήμερα. Το άρωμα της άνοιξης απλώθηκε παντού. Όλη η φύση μοιάζει να ξυπνάει σιγά-σιγά από την χειμερία νάρκη της.
Παρά τον άσχημο ύπνο μου, σηκώθηκα σήμερα κεφάτος. Αιτία το όνειρο. Αυτό και η έμπνευση. Ήμουνα λέει πάνω σε μια βάρκα καταμεσής στο πέλαγος. Όπου και να κοίταζα έβλεπα το βαθύ μπλέ της Θάλασσας. Το αγαπημένο χρώμα μου. Τραβούσα το κουπί για ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Για μια βόλτα στην απεραντοσύνη της γαλήνης. Είχα απομακρυνθεί τόσο πολύ απο την ακτή που ένας ενδόμυχος φόβος έζωσε την καρδιά μου. Ένας δυνατός παφλασμός ακούστηκε και το νερό με έλουσε ολόκληρο. Τότε ήταν που η καρδιά μου ένιωσε τον φόβο που σε κυριεύει όταν νιώθεις να πλησιάζει το τέλος της ζωής σου. Δεν πρόλαβα να συνέλθω και να σκεφτώ την λογική εξήγηση. Η θέα μιας γοργόνας πρόβαλε εμπρός μου. Δεν ήταν όμως η εικόνα που γνωρίζουμε όλοι μας απο τους θρύλους που έχουμε ακούσει γι' αυτές, μα μια γυναίκα κανονική. Μόνο που είχε την δυνατότητα να περπατά πάνω στο νερό. Να βυθίζεται μέσα της και να αναδύεται μπροστά σου σαν το όραμα. Ήταν ολόγυμνη μα δεν έδειχνε να την ξένιζε αυτό. Το μυαλό μου αντί να ψάχνει την λογική εξήγηση, το θεώρησε απόλυτα φυσιολογικό. Η μόνη σκέψη ήταν να γδυθώ και να βουτήξω και εγώ στα βαθυμπλέ νερά της θάλασσας. Η παραλογία συνεχιζόταν. Παρόλο που δεν είμαι εξοικιωμένος με την μορφή αυτής της θάλλασσας και υπήρχε πάντα ένας φόβος για αυτήν, δεν αισθάνθηκα ούτε μια στιγμή να φοβάμαι να ακολουθήσω την άγνωστη αυτή γυναίκα. Βούτηξα και άρχισα να κολυμπώ για να την πλησιάσω. Το ίδιο έκανε και εκείνη. Παρά τις προσπάθειες μας να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον, δεν τα καταφέρναμε. Είχα βάλει όλη μου την δύναμη να την πλησιάσω. Ξαφνικά ένας πανικός με κυρίευσε και άρχισα να βουλιάζω. Ένιωσα να μην έχω την δύναμη να προσπαθώ πλέον. Άφησα τον εαυτό μου πλέον ελεύθερο και τότε ήταν που ένιωσα να βυθίζομαι στο απέραντο αυτό βαθυμπλέ που πάντα λάτρευα. Είχα βυθιστεί μέσα της και το οξυγόνο σταμάτησε να μου δίνει πλέον ζωή. Είχα απομείνει να αιωρούμε κοιτώντας προς την κατεύθυνση αυτής της άγνωστης γυναίκας.
Τότε ήταν που πετάχτηκα έντρομος χωρίς να μπορέσω να εξηγήσω τι ήταν αυτό που ένιωσα, και με μια περιέργεια του νού, για την άγνωστη μορφή της γυναίκας. Ένα πρόσωπο που δεν έχω δεί ποτέ ως τώρα στη ζωή μου.